Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Σκάσε και φίλα με.


 …. 
Μόνο οι άνθρωποι με συγκινούν. Μακάρι να τους έβλεπα και πιο καθαρά.
Διασχίζουν τις διαβάσεις και σκέφτομαι ότι κάποιος, τουλάχιστον ένας κάπου στον κόσμο, τους έχει αγαπήσει όλους αυτούς, τον καθένα ξεχωριστά. Κάποιος έχει βογκήξει για πάρτη τους, κάποιος έγραψε το όνομά τους σε ένα χαρτί και μετά το έσκισε. Όλοι έχουν μία ιστορία να πούνε. Οι Ταρίφες έχουν περισσότερες από μία. Και οι περισσότεροι αποφασίζουν να τις πούνε σε μένα. Έχω το μαγνήτη.
Το ξέρω, είμαι απλώς ένας γερο-γκρινιάρης, όλα θέλω να τα αναλύω, για όλα να φαντάζομαι τις ιστορίες που κρύβουν. Αλλά τότε πάντα κάτι συμβαίνει, όπως στο θέατρο, σαν από μηχανής θεός. Βγαίνοντας έξω, παίρνω μία φωτογραφία στο κινητό μου, από τη Βερονίκη: Δύο σκιές σε ένα βρώμικο πεζοδρόμιο της Αθήνας. Η μία σχηματίζει με τα χέρια της μία καρδιά. Στον τοίχο γραμμένο ένα γκρίζο γκράφιτι: Σκάσε και φίλα με.


απόσπασμα από το "Πανικοβάλ" ~ ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΝΕΣ




Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

It’s that thing



 "It’s that thing when you’re with someone 
and you love them and they know it, 
and they love you and you know it, 
but it’s a party! 
And you’re both talking to other people 
and you’re laughing and shining 
and you look across the room 
and catch each other’s eyes. 
But…but not because you’re possessive 
or it’s precisely sexual but because 
that is your person in this life. 
And it’s funny and sad but only because 
this life will end. And it’s this secret world 
that exists right there in public unnoticed 
that no one knows about. 
It’s sort of like how they say that other 
dimensions exist all around us, 
but we don’t have the ability to perceive them. 
That’s…that’s what I want out of a relationship 
or just life, I guess."


Frances Handley (Greta Gerwig) in Frances Ha
 


Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

wonderful tonight




"Θέλω πίσω τα ανώδυνα της καθημερινότητας", έγραψα στο κίνητο, πάτησα το send, και γύρισα πάλι το κεφάλι μου στον υπολογιστή. Οταν απογοητεύομαι κατεβάζω τον Θεό κάτω και του μιλώ, ξεχνιέμαι στις χαραυγές και στα βασιλέματα του ήλιου, γράφω στιχάκια. Οταν απογοητεύομαι αλλάζω φωνές μέσα μου και δεν ξέρω που να υπακούσω, σε ποιες ιστορίες, σε ποια ελπίδα να πιστέψω. Οταν απογοητεύομαι αποστρέφομαι την ανθρώπινη σάρκα, γυρεύω την απόγνωση. Δεν ξέρω αν είμαι το παιδί του φωτός ή του σκότους, μπορώ να γενώ κι από τα δυο εύκολα. Εχω σιχαθεί την λέξη "κρίση", ατενίζω το μέλλον με περιέργεια, είμαι απόλυτα ανήσυχη, δεν μπορώ να σταθώ πουθενά, και τα βράδια θέλω να αγκαλιάζω τον άλλο άνθρωπο, εσένα. Θέλω να με ψάχνεις, να με βρίσκεις, κι να σε θέλω ισόβια. Σε γυρεύω στον κόσμο. Δεν σε έχω πάντα κι αυτό με κάνει ακόμα πιο γήινη. Είμαι γήινη κι απλή, απόλυτα απλή και χρησιμοποιώ τα "εσύ" κι "εγώ" πιο πολύ από ό,τι πρέπει. Κι αυτό είναι ένα μικρό κείμενο χωρίς κάποιο ενδιαφέρον. Θέλω να βρεθώ στο ακαταμάχητο φεγγάρι κι να φορέσω το φόρεμα που έχω νοσταλγίσει και να πιουμε μαζί δίπλα στην θάλασσα. Και να παν' στην ευχή τα παλιά. 

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

sea dance

είναι πολλές οι ιστορίες που θες να πεις ή να διαβάσεις
ή που θέλεις να σου πουν ή να σου διαβάσουν
σε μια περίεργη και ωραία καθημερινότητα

πιο πολύ ας κρατήσουν οι χοροί, τα αφτιασίδωτα πρόσωπα, τα ραντεβού,
ο ενθουσιασμός, οι στιγμές που αιχμαλωτίζεις

μερικές φορές νομίζω πως θέλω να μιλήσω για όλους
άλλες φορές για όλα
κι άλλες για σένα κι για μένα
και πάντα βρίσκομαι να ψιθυρίζω για την θάλασσα




Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

μέρα ποίησης 2013



νέος αέρας χτυπάει το φως
μέρα ποίησης σήμερα...


ΜΟΥΣΩΝΑΣ
του Νίκου Καββαδία

Τρελός μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν' ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μού 'πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμα ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα 'πε
κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θα 'δινα - "Πάψε, Σεβάχ" - για να 'μουνα παιδί!

Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μεις, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά