Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2020

Bullshit, You Aren’t Living

The thing that gets the most under my skin is walking around the world and seeing people who have stopped living.

I see them on buses and in restaurants and walking on the street and it fucking devastates me.

It’s fucking miserable.

It’s a club 70% of our world has prescribed to.

I went to shake them and light a fire in their eyes.

You must quit the life you hate to start living.

I was talking with somebody last week about somebody changing careers and they said, “If I was them I would just lie down, take it and work for another 10 years even if I hated it, just to retire. They’re so close. Why start again?”

Every molecule in my being detested those words.

It makes my hackles raise and my mouth froth resent.

Doing the movements–the degree/the debt, the office job, the pension, the mortgage, waking up everyday hating a job you have to work to support the house you didn’t really want to buy and the degree you didn’t really use for the pension you’ll never use because you’ll get a disease from your misery and die before you can enjoy it isn’t living.

Whatever asshole told you that, lied.

I’m sorry—but its all absolute bollux and you need to start again.

Our generation is blessed with living in a world where we can do whatever the hell we want–we can pull jobs out of our assholes and throw pasta on walls.

There are kids pranking their moms on their Youtube channels getting paid 60,000 a video off advertising.

We live in a cool time–are you aware of what we can do, what you can do?

How some of my friends left their 9-5’s and started their own business and are absolutely killing it is not extraordinary to me.

I don’t think I or they are special cases.

I think too many people lay down in a life they don’t love and go, “Well, I guess I’m here so… fuck it, I’ll just stay.”

No shit we are a bunch of black out weekly alcoholics.

No shit we are addicted to Netflix so we can check out of real life.

No shit we get depressed because we feel it is hopeless and there’s no point.

Who said we have to stay?

Who said the solution is to lay down, wake up, brush our teeth, pee, get dressed, eat, shit, eat, and sleep?

Maybe your parents or a cool uncle or who knows—anyways, it isn’t true.

A friend of mine is in his seventies and getting a divorce.

When he told me his choice he said, “Janne, now is the most pressing time. And I know, shit, I only have maybe 20 years left. How do I want to live those 20 years?”


You aren’t doing anybody a favor when you stop living, stop trying.

When we heal our suffering, we heal this world.

When we do what we love, we heal this world.

You don’t need to write some fucking self help book with the intention it’s going to save people, or become Tony Robbins or go build 12 schools in Colombia (or do) to save our planet—you want to save our planet? Live your god damn truth.

Speak your truth, be your truth, live your truth—and go make some money off your truth while you’re at it.

Don’t lie down and drink the Kool aide and think you’re doing anyone any favors.

The greatest cause of dis-ease is emotions that manifest into physical pain in our bodies—you want to swallow your truth and work, live a job you hate—it will kill you and that ain’t doing you or your family any favors either.

So how does it heal this world if I do what I love?

Because when you do what you love, you shine.

You become happy.

You float like a fucking weightless chipmunk through your days because nothing is heavy anymore.

People will walk up to you and when you tell them they will go, “Ahhhhh, that’s why. You’re happy because you do what you love.”

Like its some god damn secret that somebody needs to tell everybody else (even though you already know and he knows, and she knows and we all know).

“But, who will do all the jobs like bag groceries? Pick the garbage up? Not everybody is a beautiful, blonde, white 27-year-old female who can play on a surfboard and write poetry.”

You’re right, there is only one me—and my truth and my joy is writing poetry and somebody else’s truth and joy might be being a tow truck driver. In fact, one of the happiest humans I have ever met is a tow truck driver in Victoria. Shit grinning happy. Maybe happier than me.

He is living.

So quit blaming everybody for not living your life.

And go try.





If you woke up tomorrow morning and had 6 million dollars, what would you do?

You have your thing—now go fucking live it.


original source: here



 

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

πλαστελίνη


Θες η ψυχοθεραπεία, θες τα ποιήματα που μου έχουν σκάσει μπροστά, έχω σταματήσει να γράφω και κάπως μου έλειψε. Αυτές τις μικρές ιστορίες (μας). Για το πώς νιώθεις, για αυτό -τώρα, το  "μεγαλώνοντας". Θα περίμενε κανείς ίσως με το πέρασμα των χρόνων να γινόμαστε πιο σκληροί, κάπου το έχω ξαναπεί αυτό, εγώ γίνομαι πιο ευαίσθητη, πιο εύθραυστα δυνατή. Πάνε αυτά τα 2 μαζί; Κάπως πάνε. Βλέπεις ότι όλα στη ζωή είναι τόσο σχετικά για τον καθένα, που αυτό γίνεται πια η σταθερά του. Κι εκεί που νόμιζες ότι γύρω στα 30 τακτοποιούνται όλα, να τα πάλι ξανά σε μια ατέρμονη ρευστότητα. Ίσως αυτό ήταν πάντα η ζωή, ρευστή, πλαστική, την ζουλάς και την κάνεις όμορφη, την ζουλάς και την κάνεις άσχημη. Σαν την πλαστελίνη μου.


Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

πάντα η ποίηση

εκείνες οι ώρες που ψάχνεις να διαβάσεις ένα στίχο  

...
Ο ουρανός με τ' άστρα
αγγίζω κι ονειρεύομαι
το παρελθόν του κόσμου 
όταν ανοίγαν τα κορμιά
βεντάλιες του απείρου...
Αγγίζω και σε γεύομαι
και μόλις πριν με πάρεις
μπαίνω σε διαμαντένια σιωπή
εκεί όλο παίζεται η σκηνή
της ομορφιάς π' αντιμιλά
στον πείσμονα ερημίτη

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Ποίημα στους φίλους

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.
Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.
Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.
Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.
Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.
Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ' αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.
Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.
Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.
Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.
Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.
Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.
Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.
Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.



Χόρχε Λουίς Μπόρχες


Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

L' angolo franciscano

Ανάμεσα στις μέρες του κερασιού και τις μέρες του βύσσινου,
όταν αρχίζουν τα βερίκοκα να γίνουνται
και δεν ακούς να πέφτουνε τα μήλα,
το μικρό περιβόλι χωρίς ορίζοντα
κι οι φυλλωσιές δίνουν τα χέρια ολούθε και σε κλείνουν.
Ανάμεσα σε τούτα τα βουνά με χρώμα πέρα απ' τη ζωή
σ' αυτές τις ερημιές, στεγνούς βυθούς
από πελάγη που άλλοτε θα να 'χες αρμενίσει,
στο μικρό περιβόλι, να οι καρποί
να τα παιδιά της θρησκείας·
άγουρες προσφορές ώριμες προσφορές, προσφορές σάπιες.
- Πώς γίναμε έτσι; Ρώτα καλύτερα
τους επωδούς τους μάγους και τους φαρμακούς,
για μένα φτάνει
να βλέπω αυτή τη φυλλωσιά, τούτο το σώμα·
άγουρες γωνιές ώριμες γωνιές, γωνιές χτυπημένες.
Τα κεράσια πέρασαν τα μήλα θ' αργήσουν ακόμη
και το φεγγάρι με θολωτά φτερά περιστεριού
στα λινά ντυμένο
καθώς ακούω στη μικρή δεξαμενή την ακατάπαυτη στάλα,
κομπολόι μαθητευόμενου, χάντρες από φτωχό πανηγύρι-
κι η πόρνη κρατώντας τσακισμένο γυαλί τα μύρα
κάτω στις ιτιές των Σοδόμων. 



Γ. Σεφέρης

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

όλα γυρνούν στο αρχιπέλαγος

 
Όλα γυρνούν στο Αρχιπέλαγος. ‘Ολα εκεί επιστρέφουν και υπερίπτανται, στριφογυρνούν σε ύπνους ανονείρευτους, η νοσταλγία τα στοιχειώνει. Τι νοσταλγούμε; Δεν ξέρω το παρελθόν και τα φαντάσματα των διπλανών μου· ωστόσο τα νιώθω να ριγούν. Η νοσταλγία νιώθεται, κατασκευάζεται, σαρκώνει την ύλη της.
Ακούω αυτή την ύλη: Κλειστές πλατείες σαν σκηνές θεάτρου, από τις μπούκες τους ξεπροβάλλουν οι έφηβοι προς τον κόσμο· βουτιές ολημερίς, πετσί αργασμένο λουστρίνι, πάνινα παπούτσια· μεταβατικό απομεσήμερο, αφόρητα γλυκό το απόγευμα, αφόρητα μαβί το δειλινό, απλωμένοι στο λιμάνι κάτω από φωτάκια, διασταυρώσεις βλεμμάτων στο quai, άνθρωποι, βλέμματα, αγγίγματα, μυρωδιές μαλλιών, φρέσκα πουκαμισάκια, χνάρια λευκής σάρκας, εκεί που δεν χαϊδεύει ο ήλιος, αγόρια, κορίτσια, ραγισμένα μπλουζ από βραχνά μαγνητόφωνα. Ανθρωποι, άνθρωποι, βλέμματα, εικόνες που έχουν εξαχνωθεί και τώρα ευωδιάζουν απατηλά. Η ύλη της νοσταλγίας.
Μεταίχμιο της ύλης, πέρασμα από το χυμώδες μονοκόκκαλο Παλαιό στο πολυσθενές, ασπόνδυλο Σήμερα: η πρωτεϊκή εικόνα του Πιραντέλο, στην παραλία της Σικελίας, όπως την απέδωσαν κινηματογραφικά οι Ταβιάνι στο «Χάος». Η mare nostrum περιμένει, προσκαλεί· οι άνθρωποι φτάνουν ασθμαίνοντες στην ακρογιαλιά·χύνονται στην τελετή του αλμυρού νερού. Τελετή.
Ιδια τελετή δείχνει ο Αβδελιώδης στο θεμελιώδες «Δέντρο που πληγώναμε». Βλέπω ανάμεσά τους τον Χιώτη-Συριανό-Ρουμάνο-Πειραιώτη παππού μου, βλέπω το πάμφωτο Νησί, μια όχεντρα στη δράφη, σκιάδια και τραγιάσκες, ανασηκωμένα πουκάμισα και ντρίλια. Αποϊδρώνουν στην άκρη, η θάλασσα βαθιά, ψυχρή, ανατριχιάζει, προσκαλεί· η άμμος ρύζι. Οι παραγκαιριές τρεμίζουν σταχτιές. Ενα νεύμα. Ορμούν στο αλμυρό νερό, στην τελετή.
Υλη της νοσταλγίας: ό,τι θυμόμαστε, ό,τι ζήσαμε, ό,τι νομίζουμε πως θυμόμαστε, ό,τι έχουμε ανάγκη, τόσο που να το ζούμε ξανά και ξανά. Ενα συνεχές. Κατασκευή; Αδιάφορο.
Να, κάπως έτσι, ψαύουμε το καταγωγικό μας ίχνος στο Αρχιπέλαγος, σε μια υγρή μήτρα, ψυχρό και αλμυρό νερό, ξερολιθιές, απέραντος ουρανός απάνω και παντού, μελτέμια, γλαυκές σιλουέτες τα νησιά τριγύρω, όλα τα νησιά μόνα κι όλα μαζί. Ολοι καταγόμαστε από το Αρχιπέλαγος, είτε γιατί εκεί γεννηθήκαμε είτε γιατί εκεί μεγαλώσαμε είτε γιατί εκεί νιώσαμε τον εαυτό μας ενήλικο, ερωτευμένο, λεύτερο, μονάχο. Στο Αρχιπέλαγος νιώσαμε την ύλη μας και το μέτρο της, τη δίψα της σάρκας και το πέρας της· στα νησιά αντιληφθήκαμε την αναλογία μικρού-μεγάλου, μακρινού-κοντινού, εφήμερου-αιώνιου· στα γυμνά νησιά αναρωτήθηκαμε «γιατί οι άνθρωποι διαλέγουν να ζουν εδώ;», κι ήμασταν γυμνοί σε μια πάλλευκη παραλία. Σε αυτόν τον θάλαμο καταγωγής, επινοημένο ίσως αλλά τόσο ζωντανό, νιώσαμε την έκπληξη της ύπαρξης και σπαρτάρισε το δέρμα όταν μας πρόλαβε άυπνους η αυγή, σε ερωτικό παραδομό. Μια τέτοια νύχτα στα νησιά, με πεφταστέρια, σφραγίζει το σώμα για πάντα. Γίνεται καταγωγή. Αυτή τη νύχτα νοσταλγούμε πάντα.
Τούτο το παραχωμένο θάμβος φανερώνεται όλο και πιο αραιά, καθώς τα χρόνια κάθονται πάνω μας σαν σκόνη· μια αναλαμπή, νύχτες με Περσείδες, νύχτες όπου η βουή του τουρισμού αποσύρεται προσώρας και αφήνει να χυθεί ορμητική η ανάμνηση μέσα στους καλαμιώνες. Μία στιγμή καλότυχη, από Ιούλιο έως Σεπτέμβριο, έρχεται σαν ρεύμα και ταράζει τα μουδιασμένα σώματα. Στη μαλακωσιά μιας ρύμης, αντίκρυ σε αμπέλια και ελιές, με πλάκες φρεσκοασβεστωμένες, το λευκό τους να φεγγίζει στο σούρουπο, μια ρύμη που σου φανερώνει τη Διαμονή. Στο ετοιματζίδικο μπαλκόνι ενός ρουμ, με τις λεμονιές ολόγυρα, και την πόλη απέναντι. Στην θαλασσινή αυλή ολονυχτίς, ανάμεσα στο εγκόσμιο και το θείο, από τη μια το διαρκές βεγγαλικό και από την άλλη ο μεταφυσικός πολυέλαιος, από τη μια το σώμα κι από την άλλη ο φόβος του.
Μια αναλαμπή, ο διακαμός του σαρκίου μας, ιδού: το Αρχιπέλαγος της καταγωγής μας. Η ύλη της νοσταλγίας.

αναδημοσίευση από εδώ

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

η vύχτα προχωρεί

H νύχτα προχωρεί
Είμαι μόνος
Στη νύχτα
Στη σιωπή
Στην παράκρουση
Στη διέγερση
Είμαι εγωιστής
Είμαι απαιτητικός
Θέλω εγώ ο περασμένος να περάσεις κι εσύ μαζί μου
Θέλω να προσκυνήσω τα γόνατά σου
Να σου προσκυνήσω τα χέρια σου
Την όψη σου
Τα πόδια σου
Να συρθώ
Να ολολύξω
Να βουβαθώ
Να σ' αισθανθώ
Κοντά μου
Μα πολύ κοντά μου
Να σε σφίξω
Να σε προσκυνήσω
Και να σβήσω
Είμαι μόνος
Και μ' αφήνεις
Μα δεν σ' αφήνω εγώ
Λόγια κοινά πρόστυχα ανεβαίνουν στα χείλη μου.



Επιστολή του εβδομηντάχρονου Παλαμά προς την εικοσιεξάχρονη Στέλλα Διαλέτη, 20 Οκτωβρίου 1930


Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

η μαμά είναι σπουδαία ποιήτρια



Η ΜΑΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΤΡΙΑ
ω, ναι –η μαμά είναι
σπουδαία ποιήτρια
όλη τη μέρα μαγειρεύει κόμματα,
σκουπίζει χρόνους, σιδερώνει
πτώσεις
αντί να δει Δευτέρα βλέπει Τρίτη
λέει το πλυντήριο ωκεανό,
τη χύτρα υπερωκεάνιο


DIE MAMA IST DICHTERIN
o ja - mama ist
eine großartige dichterin
den ganzen tag kocht sie kommata
fegt tempora, bügelt causae
statt den montag sieht sie dienstag
und nennt die waschmaschine  ozean,
zum schnellkochtopf sagt sie ozeandampfer





Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Ο μάγειρας της αγάπης



Άσε με να σου μαγειρέψω κάτι να φας. 
Κάθισε, βγάλε τα παπούτσια σου 
και τις κάλτσες, βγάλε καλύτερα
όλα σου τα ρούχα, πιες ένα ποτό, 
βάλε λίγη μουσική να χορέψεις
απ' το ένα δωμάτιο στο άλλο,
ή κι έξω, είναι νύχτα κι οι γείτονες
κοιμούνται, οι βλάκες, και 
τ' άστρα λάμπουν, δες, 
κι έχω ανάψει την κουζίνα
για σένα, πεινασμένη μου αγάπη.

Ron Padgett 


Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

τες λέξεις και τες φράσεις μου




Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω —

αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω. 


Κ.Π. Καβάφης, 'ο δεκέμβρης του 1903'


Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

θαλασσοκόρη του βυθού

Ἀντινομία


Ὁ ἔρωτάς σου μία πληγὴ καὶ τρεῖς κραυγές.
Στὰ κόντρα σκούζει ὁ μακαρᾶς καθὼς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη τοῦ βυθοῦ - χίλιες ὀργιὲς -
τοῦ Ποσειδώνα ἐγὼ σὲ κέρδισα στὸ ζάρι.


Καὶ σ᾿ ἔριξα σ᾿ ἕνα βιβάρι σκοτεινὸ
ποὺ στέγνωσε καὶ ξανεμίστηκε τὸ ἁλάτι.
Μὰ ἐσὺ προσμένεις ἀπ᾿ τὸ δίκαιον οὐρανὸ
τὸ στεριανό, τὸ γητευτή, τὸν ἀπελάτη.


Ὅταν θὰ σμίξεις μὲ τὸ φῶς ποὺ σὲ βολεῖ
καὶ θὰ χαθεῖς μέσα σὲ διάφανη ἀμφιλύκη
πάνω σὲ πράσινο πετούμενο χαλί,
θὰ μείνει ὁ ναύτης νὰ μετρᾶ τὸ ἄσπρο χαλίκι.


m/s Aquarius 1974

Νίκος Καββαδίας


Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

ξέρω τα μάτια σου




Ξέρω τα μάτια σου,
 ξέρω τα χείλη σου,  
 ξέρω τα μαλλιά σου, 
ξέρω το σημαδάκι που άφησε φεύγοντας ο κεραυνός - 
θέλω να πω, ίπταμαι πάλι επί πτερύγων ανέμων, 
βαδίζω πάλι στα κύματα της θαλάσσης, 
ξαναβάζω το αίμα στις φλέβες μου και σ' αγαπώ.


Χρίστος Ρουμελιωτάκης



Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

παστίτσιο all-all over

το φαγητό αυτό δεν μου αρέσει εμένα τόσο, θυμάμαι πάντα τον εαυτό μου να το διαλύει και να το τρώει σε κομμάτια, είναι ένα φαγητό ωστόσο δημοφιλές, ένα φαγητό που μου φέρνει κάτι από lego και παιχνίδι και μπαίνει εδώ για να μυρίσει ωραία ο τόπος ύστερα από τα κακά που συναντήσαμε, ύστερα από τις αντοχές μας που δοκιμάστηκαν
γιατί ασχολούμαστε πια με σοβαρά
το κυρίαρχο αίσθημα είναι η προσπάθεια, προσπάθεια να είμαστε σε θέση να βάζουμε ένα γελάκι στις μέρες μας


συνταγή για ένα ταψί 35x25

επιμέρους κομμάτια

ζυμαρικά: 1 και 1/2 πακέτο παπαρδέλες βρασμένες σε αλατισμένο νερό, 2-3 λεπτά λιγότερο από ό,τι αναγράφει η συσκευασία

σάλτσα κιμά: βάζουμε στο κατσαρολάκι το κρεμμύδι με το λάδι για 1-2 λεπτά, ύστερα προσθέτουμε τον μοσχαρίσιο κιμά (600 γρ.) και το μπαχάρι, ανακατεύουμε και ανεβάζουμε την φωτιά
ύστερα από 2-3 λεπτά χαμηλώνουμε την φωτιά και αφήνουμε το μίγμα να σιγοβράσει για 1 ώρα περίπου
στην μισή ώρα θα προσθέσουμε τον χυμό ντομάτας (1 συσκευασία) μαζί με 1 κ.σ. ζάχαρη, το μπαχάρι, το αλάτι και το πιπέρι

μπεσαμέλ: βάζουμε σε άλλο κατσαρολάκι 3 κουταλιές λάδι, 3 κουταλιές βούτυρο και 7 κοφτές κουταλιές αλεύρι
ανακατεύουμε για λίγο στην φωτιά, μετά βάζουμε 4 φλυτζάνες του τσαγιού χλιαρό γάλα
σε αυτό το σημείο η μπεσαμέλ αρχίζει να δένει, οπότε προσέχουμε πολύ μην "πιάσει" από κάτω, ανακατεύοντας συνεχώς
όταν δέσει η κρέμα, κατεβάζουμε από την φωτιά και προσθέτουμε 2-3 αυγά χτυπημένα αλατοπιπερώνουμε και βάζουμε, προαιρετικά, μοσχοκάρυδο

συναρμολόγηση

βουτυρώνουμε ή λαδώνουμε το ταψάκι μας, στρώνουμε τις βρασμένες παπαρδέλες, ρίχνουμε τριμμένο κεφαλοτύρι
από πάνω μπαίνει η σάλτσα κιμά, τριμμένο κεφαλοτύρι και στο τέλος η μπεσαμέλ με κεφαλοτύρι πάλι από πάνω για να κάνει ωραία κρούστα

ψήσιμο
λίγο λιγότερο από 1 ώρα στους 170 βαθμούς σε προθερμασμένο φούρνο

κάθε επιτυχία





 shake your hands and spread it all-all over
 




Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

η ομορφιά

Τι ζητάμε από έναν άνθρωπο για να τον δούμε όμορφο. Να μην μοιάζει, να μην στέκεται στην πεπατημένη, να μην κόβει τις άκρες του για να χωρέσει στο πλαίσιο. Να μην βουλιάξει. Να μην ακούγεται η φωνή του σαν του συναδέλφου στο αριστερό γραφείο, να μην φαίνεται το χαμόγελό του σαν του συναδέλφου στο δεξιό γραφείο. Η ομορφιά καταργείται από μια απόφαση, που δεν πάρθηκε ποτέ στ’ αλήθεια, αλλά είχε τις πιο μη αναστρέψιμες συνέπειες . Η απόφαση να συμμετέχεις στη συλλογική παράνοια, να κάνεις τη δουλειά σου, να βγεις για ποτό και να πας για ύπνο. Η ροή των πραγμάτων σε πήρε και σε σήκωσε και ξυπνάς μια μέρα και να που όντως δεν φυτρώνει λουλούδι στην άσφαλτο, δεν παίζει μουσική η κατσαρόλα, δεν υπάρχει έρωτας στο room to let.
Από κει και πέρα δεν υπάρχει ομορφιά, μόνο η δικαίωση της συμπόρευσης με την «κοινή λογική».
 φωτογραφία (18)
Τους είδα. Ανάμεσα σε καμιά δεκαριά ανθρώπους. Χαμογελάνε, πάει ο ένας να ανοίξει το στόμα, δεν έχει λέξη. Δεν είναι αμηχανία, είναι που δεν μπορείς να πεις κάτι , γιατί δεν όλα μοιάζουν άκαιρα ή εντελώς άσχετα. Τα τυπικά δεν έχουν νόημα. Θες να πηδήξεις πέντε ώρες συζήτησης και τρεις ώρες αλκοόλ και να βρεθείς κατευθείαν εκεί. Στο μέρος που πάνε οι άνθρωποι για να συναντηθούν. Πλησίασε μια δυο φορές ο ένας τον άλλο, πήγαν κάτι να πουν, δεν είπαν τίποτα, είπαν μισή πρόταση.
Δεν είναι μόνο ερωτικό το θέμα. Γνωρίζεις κάποιον που έγραψε αυτό το συγκεκριμένο κάτι και δεν ξέρεις τι να πεις. Τι να σου κάνουν κι οι λέξεις οι κακόμοιρες που έχουν αρχή μέση και τέλος, που έχουν σειρά και κανόνες; Πώς να μεταφέρεις το απλό καθαρό αίσθημα κι ένα κομμάτι του νοήματος; Θες απλά να απλώσεις το χέρι και να δώσεις σε έναν άνθρωπο λίγη ατόφια συγκίνηση. Να μπορούσες να τη στερεοποιήσεις, να την κάνεις πράγμα, με γωνίες μυρωδιά και βάρος. Να την κρατήσεις στα χέρια και να την παραδόσεις με κάθε έλλειψη επισημότητας σ’ ένα πρόσωπο.
Δεν ξέρω ακριβώς τι να σου πω, με ταράζεις που σε βλέπω δέκα άτομα μακριά, να, πάρε αυτό το πράγμα. Είναι το αίσθημά μου.
Δεν ξέρω ακριβώς τι να σου πω, διάβασα κάποτε εκείνη την κουβέντα, με τάραξες, να, πάρε αυτό το πράγμα. Είναι το αίσθημά μου.
Τους είδα. Ανάμεσα σε καμιά δεκαριά ανθρώπους. Χαμογελάνε, πάει ο ένας να ανοίξει το στόμα, δεν έχει λέξη. Μην ανησυχείτε, δεν έχετε να πείτε τίποτα, γιατί είναι τέτοια η περίπτωσή σας. Θα πρέπει να συνεννοηθείτε αλλιώς, χωρίς λόγια, με βλέμματα, μάτια, γέλια, τσουγκρίσματα, φιλιά. Ποιος ξέρει; Να βρείτε τρόπο.
 ~ αναδημοσίευση
https://tovytio.wordpress.com/2014/12/11/stereo-pragma-to-aisthima/